Στεφανιαία νόσος: όταν η καρδιά χρειάζεται έγκαιρη αξιολόγηση
Τι είναι η στεφανιαία νόσος;
Η στεφανιαία νόσος εμφανίζεται όταν τα αγγεία που αιματώνουν την καρδιά, οι στεφανιαίες αρτηρίες, παρουσιάζουν στένωση ή απόφραξη λόγω αθηρωματικών πλακών. Οι πλάκες αυτές δημιουργούνται σταδιακά και σχετίζονται με παράγοντες όπως η χοληστερίνη, η υπέρταση, το κάπνισμα, ο διαβήτης, η ηλικία και η κληρονομικότητα.
Η νόσος μπορεί να είναι χρόνια και σταθερή, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εκδηλωθεί αιφνίδια, όπως με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο ή έμφραγμα.
Ποια είναι τα συμπτώματα;
Το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι πόνος, πίεση ή βάρος στο στήθος, ιδιαίτερα κατά την προσπάθεια ή το έντονο στρες. Μπορεί να αντανακλά στον αριστερό ώμο, στο χέρι, στον λαιμό, στη γνάθο ή στην πλάτη.
Ωστόσο, δεν εμφανίζονται όλοι οι ασθενείς με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι παρουσιάζουν δύσπνοια, εύκολη κόπωση, αίσθημα καύσου, ναυτία ή μειωμένη αντοχή στην άσκηση. Σε διαβητικούς και ηλικιωμένους, τα συμπτώματα μπορεί να είναι άτυπα ή πιο ήπια.
Πώς γίνεται η διερεύνηση;
Η αξιολόγηση ξεκινά από το ιστορικό, την κλινική εξέταση και το ηλεκτροκαρδιογράφημα. Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να χρειαστούν υπερηχογράφημα καρδιάς, δοκιμασία κόπωσης, stress echo, αξονική στεφανιογραφία ή επεμβατική στεφανιογραφία.
Η επιλογή της εξέτασης δεν πρέπει να είναι τυχαία. Εξαρτάται από τα συμπτώματα, την ηλικία, τους παράγοντες κινδύνου, την πιθανότητα στεφανιαίας νόσου και το τι πραγματικά θέλουμε να απαντήσουμε διαγνωστικά.
Αντιμετώπιση και μακροχρόνια φροντίδα
Η θεραπεία περιλαμβάνει αλλαγές στον τρόπο ζωής, σωστή ρύθμιση πίεσης, χοληστερίνης και σακχάρου, αντιαιμοπεταλιακή αγωγή όπου ενδείκνυται, καθώς και φάρμακα για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.
Σε ορισμένους ασθενείς χρειάζεται αγγειοπλαστική με stent ή χειρουργική επέμβαση bypass. Όμως η επεμβατική θεραπεία δεν αντικαθιστά τη μακροχρόνια πρόληψη. Η στεφανιαία νόσος χρειάζεται συνεχή παρακολούθηση, εξατομικευμένη αγωγή και ενεργή συμμετοχή του ασθενούς.
Ο στόχος είναι διπλός: να μειωθούν τα συμπτώματα και να περιοριστεί ο κίνδυνος μελλοντικών καρδιακών επεισοδίων.
